Και τότε την είδα.
Μπερδεμένα μαλλιά. Ανυποψίαστη. Βρεγμένη.

Από πού να ‘ρθε;
Κρυμμένος στις φυλλωσιές παρατηρούσα την ανάσα, τους χτύπους της καρδιάς, το ρίγος κάτω από το δέρμα.
Μέσα στο σκοτάδι η μορφή της γινόταν πιο μεγάλη.
Σε κάθε της βήμα τα δέντρα της άνοιγαν το δρόμο ψιθυρίζοντας. Εκκωφαντικό. Απάνθρωπο. Τραγούδι.  
Τι να της πω; Δεν με βλέπει.

Πετάχτηκα σαν ξαφνική σκιά. Με δύναμη την έσφιξα πάνω μου. Τέντωσα τη ραχοκοκαλιά μέχρι που ο ιδρώτας εξατμίστηκε.
Το μόνο που ήθελα ήταν να κοιτάξω το πρόσωπό της. Εκείνα τα μάτια που είδαν τα πάντα.
Να υπάρξω στις αναμνήσεις τους.

Την άφησα πίσω στο χώμα. Ένα κορμί δικό μου. Γεύτηκα το αίμα και βάδισα προς τη φωνή που τώρα οικεία, βροντερή με καλούσε στη δύναμη.

«Εγώ ήμουν».
«Εκείνη φταίει».