Και τότε την είδα. 
Μπερδεμένα μαλλιά. Ανυποψίαστη. Βρεγμένη.

Από πού να ‘ρθε; 
Κρυμμένος στις φυλλωσιές παρατηρούσα την ανάσα, τους χτύπους της καρδιάς, το ρίγος κάτω από το δέρμα. 
Μέσα στο σκοτάδι η μορφή της γινόταν πιο μεγάλη. 
Σε κάθε της βήμα τα δέντρα της άνοιγαν το δρόμο ψιθυρίζοντας. Εκκωφαντικό. Απάνθρωπο. Τραγούδι.  
Τι να της πω; Δεν με βλέπει.

Ο οργανισμός που ζει πάνω ή μέσα σε έναν οργανισμό άλλου είδους (ξενιστή) και τρέφεται σε βάρος του τελευταίου.

Το παράσιτο χωρίς τον ξενιστή του κατά κανόνα πεθαίνει. Εξαιτίας του τρόπου επιβίωσής του, το παράσιτο υφίσταται δραστικές αλλαγές (εξαφάνιση κινητικών, αισθητικών και άλλων οργάνων, αύξηση γεννητικών οργάνων, οργάνων προσκόλλησης) με αποτέλεσμα να επέρχεται μια μη αναστρέψιμη εξειδίκευση-μεταβολή.

-Ποιόν ζητάς αγαπημένε; τί κοιτάς πίσω σου; Μονάχα εμείς οι δύο απομείναμε στον κόσμο.
Φιλώ τις πέντε πληγές στα πόδια σου, στα χέρια σου, στην καρδιά σου, τι χαρά είναι ετούτη, τι πάσχα! αναστήθηκε ο κόσμος, έλα!

-Πού! Δωσ’ μου το χέρι σου, οδήγα, έχω εμπιστοσύνη.

Το πρόσωπο σου, σημαδεμένο με ασχήμια.
Γεύση από αίμα στο δρόμο μιας σακατεμένης λαλιάς.
Εκεί, όπου τα χέρια κοιτούν τον ουρανό, τα πόδια λυγισμένα είναι στη γη.

Σε κύκλο προχωρά συντρίμμια ματωμένα να δει.
Δανείζει φορεσιά. Δείχνει, Σκίζει.

Αυτός που περνιέται για δυο, έναν έχει φόβο.
Γεμάτος με αγύρτες, πάντα ζητιάνος αρνείται τον μόνο.
 
Πόσο θα ήθελα την ικανότητα της παραβολής. 
Της απάτης, της λήθης, της μνήμης.

Σου δίνω αυτούς τους στίχους, αν ίσως τ’ όνομά μου
Ευτυχισμένο αράξει σε μια μακρινή εποχή,
Και πείσει κάποιο βράδυ το ανθρώπινο μυαλό να ονειρευτεί,
Καθώς σκαρί που ευνοϊκό του ανοίγει δρόμο το μελτέμι,

Σαν παραμύθι αόριστο η δική σου μνήμη,
Τον αναγνώστη να καταπονήσει, τύμπανο ηχηρό,
Και από ένα κρίκο αδελφικό και μυστικό
Κρεμάμενη, στις υπεροπτικές τις ρίμες μου να μείνει˙

Πέρασε σήμερα ο πατέρας μου με μαύρα χέρια. Δούλευε κάπου εκεί κοντά.
Του ‘δωσα δανεικά και αν είχα κι άλλα θα του τα έδινα και αυτά.
Τι είναι εκείνο που τον κάνει να συνεχίζει;

Είχα να τον δω δυο εβδομάδες και μάθαινα νέα του από τη μάνα μου.

«Τι κάνεις; Είσαι καλά; Πώς πας με τη δουλειά;»
«Καλά, εσύ πες μου».
«Εγώ ταλαιπωριέμαι σαν τον Χριστό».

Ο Θεός αρχικά σας έπλασε από χώμα και κατόπιν από σπέρμα και, στη συνέχεια σας έκανε ζευγάρι.

Η γυναίκα δεν μεταφέρει στα σπλάχνα της ούτε γεννά οτιδήποτε, χωρίς αυτό να το γνωρίζει ο Θεός.

Ο Θεός δημιούργησε τη νύχτα και τη μέρα, τον ήλιο και την σελήνη.
Κάθε αστέρι περιφέρεται στη δική του σφαίρα.

Σε κανέναν, από όσους έζησαν πριν από εσένα, δεν χαρίσαμε την αθανασία.
Αν εσύ πεθάνεις θα πιστέψουν πως οι ίδιοι είναι αθάνατοι;

Όταν ο … ξύπνησε ένα πρωινό από κακό όνειρο,
βρέθηκε στο κρεβάτι του μεταμορφωμένος σε γιγάντια κατσαρίδα. 

… Όταν έχεις κάνει έναν πόλεμο είναι ζήτημα αν ξέρεις τι σημαίνει ένας νεκρός.

Κι αφού ένας νεκρός δε σημαίνει τίποτα, αν δεν τον έχεις δει με τα μάτια σου,
εκατό εκατομμύρια πτώματα, σπαρμένα στο διάβα της ιστορίας,

δεν είναι παρά μόνο καπνός στη φαντασία. …

My reflection
Wraps and pulls me under
healing waters to be
Bathed in Brena

Guides me
Safely in
Worlds I've never been to
Heal me
Heal me
My dear Brena

So vulnerable
But it's alright

Heal me
Heal me
My dear Brena

Taken down with hearts alive
Our hearts alive

Lurking dark underground
Descend to the bottom
Swim below eternally
Into the deep blue sea

Time and space
All alone
It can be a lonely place
There it goes
Opening up
I can't stand
I can't breathe