When they were got together in one place shield clashed with shield
and spear with spear in the rage of battle.
The bossed shields beat one upon another,
and there was a tramp as of a great multitude- death-cry and shout of triumph of slain and slayers,
and the earth ran red with blood.

As torrents swollen with rain course madly down their deep channels
till the angry floods meet in some gorge,
and the shepherd the hillside hears their roaring from afar-
even such was the toil and uproar of the hosts as they joined in battle



Και ότ’ έφθασαν κι εβρέθηκαν εις ένα τόπον όλοι,

τα τόμαρα και τ’ άρματα και τ’ ανδρειωμένα στήθη

τα χαλκοθόρηκτ’ έσμιξαν, κι οι ομφαλωτές ασπίδες

απ’ τα δυο μέρη εγγίζονταν και ο κόσμος εβροντούσε.

Κι εκεί κραυγή χαράς ανδρών που φόνευαν και βόγγος

ανδρών όπου εφονεύοντο κι η γη πλημμύριζ’ αίμα.

Και ως όταν δυο χείμαρροι, που από τα όρη ρέουν,

μέσ’ από κεφαλόβρυσα τ’ ακράτητα νερά τους

σμίγουν εις ένα σύρρακο στα βάθη του βαράθρου –

μακρόθε ακούει στα βουνά τον βρόντον ο ποιμένας –

όμοιος, κι εκείνοι ως έσμιξαν, αχός και αγώνας ήταν.